Monday, 21 May 2007

Ο άνθρωπος που -ίσως- μου έσωσε τη ζωή

Μόλις το έψαξα στο google για να βρω την ακριβή ημερομηνία… Ήταν 9 Ιουλίου (10 Ιουλίου για εμάς στην Ελλάδα, μια και το παιχνίδι άρχισε, αν θυμάμαι καλά, στις δύο μετά τα μεσάνυχτα), όταν η Βραζιλία αντιμετώπισε την Ολλανδία σε έναν από τους προημιτελικούς του Μουντιάλ των ΗΠΑ, το 1994. Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι δικοί μου είχαν αγοράσει καινούργια έπιπλα για το δωμάτιο του κανακάρη τους… Καινούργιο κρεβάτι, καινούργια ντουλάπα, καινούργιο όρθιο έπιπλο με ράφια και μία μεγάλη εταζέρα να παίζει τον ρόλο… αερογέφυρας μεταξύ της ντουλάπας και του όρθιου επίπλου με τα ράφια, ‘πετώντας’ πάνω από το κρεβάτι. Από την πρώτη μέρα έκανα το λάθος να παραγεμίσω την εταζέρα με δεκάδες τεύχη του ‘Τρίποντο’, ένα περιοδικό για το μπάσκετ με το οποίο ήμουν κ ο λ λ η μ έ ν ο ς επί χρόνια. Μέσα σε δύο μέρες η εταζέρα άρχισε να θυμίζει αγελάδα που τα μαστάρια της είναι έτοιμα να εκραγούν. Η ‘κοιλιά’ μεγάλωνε κάθε μέρα, άσχετα αν είχα σταματήσει να επιβαρύνω το έπιπλο με επιπλέον βάρος. Αφελώς πίστευα ότι… δεν έτρεχε τίποτα, ότι αν σταματούσα να το παραφορτώνω, το πρόβλημα θα έμενε στα ίδια επίπεδα, δεν θα χειροτέρευε άλλο. Με ένα τεράστιο μπολ καλοκαιρινά φρούτα στην αγκαλιά, ξάπλωσα να δω το παιχνίδι (ΦΥΣΙΚΑ οι γονείς μου είχαν ‘εξοπλίσει’ το δωμάτιο του μοναχογιού τους με δική του τηλεόραση από τότε που πήγαινα ακόμη γυμνάσιο). Με την πλάτη μου να στηρίζεται στην ντουλάπα και την… έτοιμη να εκραγεί αγελάδα πάνω από το κεφάλι μου, είδα τη Βραζιλία να μένει στο 0-0 στο ημίχρονο με την Ολλανδία, την οποία τότε αντιπαθούσα (ανάθεμά με αν σήμερα, δεκατρία χρόνια μετά, θυμάμαι γιατί). Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ο Ρομάριο έστειλε επιτέλους την μπάλα στο πλεκτό. Πετάχτηκα από το κρεβάτι ενθουσιασμένος από το γκολ, προσπαθώντας να συγκρατήσω τους πανηγυρισμούς μου για να μην τρομάξω τους γονείς μου που φυσικά εκείνη την ώρα κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Έμελλε όμως να… τρομάξουμε όλοι μαζί… Όντας όρθιος, ενώ έβλεπα το τρίτο ή τέταρτο ριπλέι του γκολ (τόση ώρα το περίμενα, να μην το χαιρόμουν όσο γινόταν περισσότερο;), συνέβη αυτό που δεν φανταζόμουν ότι μπορούσε να συμβεί (τόσο μ’ έκοβε…). Ω ναι, η εταζέρα υποχώρησε από το βάρος κι έσκασε, φυσικά πάνω στο κρεβάτι. Στο κρεβάτι που αν δεν είχε βάλει γκολ ο Ρομάριο δύο λεπτά νωρίτερα, θα ήμουν ακόμα πάνω του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το… κλούβιο το κεφάλι μου. Περιττό να ‘πω’ ότι οι δικοί μου εμφανίστηκαν τρομοκρατημένοι στην πόρτα μου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Όταν η μάνα μου είδε τι είχε συμβεί, πήγε στην κουζίνα κι άρχισε τις ευχαριστίες στην εικόνα της Παναγίας. Ο πατέρας μου, αφού ξεπέρασε το σοκ και με είδε απόλυτα αρτιμελή, με ρώτησε πόσο ήταν το σκορ (ακόμα το θυμάμαι και γελάω). Κάνοντας ένα διάλειμμα από τα σταυροκοπήματά της κάτω από την εικόνα της Παναγίας, η μάνα μου ήρθε πάλι στο δωμάτιό μου κι άρχισε να με ρωτάει λεπτομέρειες, τι και πώς. Της έβαλα τις φωνές (παιδί μάλαμα…) επειδή το παιχνίδι είχε πάρει φωτιά. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Μπεμπέτο είχε κάνει το 2-0, και αμέσως μετά η Ολλανδία είχε μειώσει με τον Μπέργκαμπ. Δεν κατάαααλαβα δηλαδή… Επειδή παρά τρίχα γλίτωσα τη ζωούλα μου, έπρεπε να χάσω το υπόλοιπο παιχνίδι; Η Βραζιλία νίκησε τελικά 3-2, με το δεύτερο ημίχρονο εκείνου του αγώνα να είναι ένα από τα καλύτερα ημίχρονα που έχω δει ποτέ σε αγώνα Μουντιάλ (υπόψη ότι τα παιχνίδια που έχω χάσει από το 1982 και μετά, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού).
Χθες το βράδυ (περασμένα μεσάνυχτα για εμάς στην Ελλάδα), ο Ρομάριο πέτυχε το 1000ό γκολ της καριέρας του. Μεταξύ μας, έχοντας ασχοληθεί με το θέμα λόγω ιδιότητας (αθλητικογράφος), γελάω με τα μαθηματικά του Ρομάριο και με τον τρόπο που ’βγάζει’ τα γκολ του 1000, αλλά… σε τελική ανάλυση, τα μαθηματικά δεν κλαίνε, οι άνθρωποι κλαίνε, κι όταν βλέπεις τον Ρομάριο να κλαίει στην αγκαλιά της μάνας του δευτερόλεπτα μετά την επίτευξη του γκολ που ο ίδιος θεωρεί 1000ό της καριέρας του, τα μαθηματικά τα στέλνεις στον διάολο… Στην πρώτη φάση του δευτέρου ημιχρόνου στο παιχνίδι με τη Sport, η Βάσκο κέρδισε πέναλτι. Αυτό ήταν… Βδομάδες τώρα κυνηγούσε το 1000ό γκολ του ο ‘Baixinho’, ο ‘κοντούλης’ (όσο μπόι του λείπει, τόσα καντάρια μπάλα ξέρει). Έστησε την μπάλα, μάσησε την τσίχλα του (μάλλον για να χαλαρώσει λίγο, γιατί οι στιγμές ήταν όντως πολύ φορτισμένες συναισθηματικά), σούταρε, ευστόχησε. Μέχρι και οι συμπαίκτες του από τον πάγκο μπήκαν για να τον αγκαλιάσουν, ενώ ήταν ακόμη με την μπάλα στα χέρια (σιγά μην άφηνε κανέναν να του ‘κλέψει’ το αναμνηστικό) μέσα στην εστία. Δημοσιογράφοι με κάμερες και μικρόφωνα έπεσαν πάνω του σαν πεινασμένες ύαινες πάνω σε τραυματισμένη αντιλόπη. Η μάνα του τρύπωσε ανάμεσα σε όλο αυτό το ‘μπούγιο’, πήρε τη φανέλα του και του έδωσε να φορέσει μία άλλη με το ‘1000’ πάνω. Ο πρόεδρος της Βάσκο έκανε μπάσιμο στον αγωνιστικό χώρο για να διώξει τις… ύαινες πάνω από το θήραμά τους, κι ο Μπαϊσίνιο άρχισε να κάνει τον γύρο του θριάμβου. Το Σάο Ζανουάριο, το ιστορικό γήπεδο της Βάσκο, ήταν τίγκα στον κόσμο. Πολλοί, μετά το τέλος του αγώνα, έκαναν… ουρά, περιμένοντας να έρθει η σειρά τους για να βγουν φωτογραφία στην εστία όπου ο Ρομάριο σκόραρε, και να αρπάξουν λίγο γρασίδι γύρω από τη βούλα του πέναλτι. Αργότερα ο Ρομάριο το γιόρτασε με συγγενείς και φίλους σε churrascaria, ‘μπαρμπεκιου-αρία’, φαγάδικο, και όχι ‘ξενυχτάδικο’. Έλαμπε διαβάζω από ικανοποίηση, χαρά και ανακούφιση. Τιμή και δόξα σε έναν από τους μεγαλύτερους επιθετικούς που έχουν κλοτσήσει ποτέ τόπι, τιμή και δόξα στον άνθρωπο που… πλάκα-πλάκα, μπορεί και να μου έσωσε τη ζωή στα 19 μου…

Saturday, 19 May 2007

Σαν μαϊμού σε μπανανοφυτεία!

Ένας οπαδός της Μπαρσελόνα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα οπαδός και της Ρεάλ Μαδρίτης. Ένας Αμερικάνος, επί δεκαετίες Ρεπουμπλικάνος, δεν μπορεί να είναι ψηφοφόρος και του ‘δημοκρατικού’ κόμματος. Ένας εβραίος με εκείνες τις… χαριτωμένες μπουκλέ ουρίτσες να κρέμονται από τις φαβορίτες του, δεν μπορεί όταν προσεύχεται να ψελλίζει στίχους από το κοράνι... Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες καλείσαι να επιλέξεις, «ή το ένα ή το άλλο», δυνατότητα επιλογής η οποία κάποιες φορές είναι ανύπαρκτη κι είσαι αναγκασμένος… εκ γενετής να είσαι «το ένα», ή «το άλλο». Αλλά, when it comes to music… Ένας από τους λόγους για τους οποίους λατρεύω τη μουσική, είναι ότι έχεις την ελευθερία (αν τα μουσικά γούστα σου είναι ποικίλα και δεν αποθεώνεις μόνο ένα είδος μουσικής, πετώντας στα σκουπίδια όλα τα υπόλοιπα) να είσαι… ΚΑΙ Μπάρσα ΚΑΙ Ρεάλ, ΚΑΙ χριστιανός ΚΑΙ μουσουλμάνος, ΚΑΙ ‘δεξιός’ ΚΑΙ ‘αριστερός’. Αρχές Απριλίου, στα πλαίσια ενός σχεδίου εξοικονόμησης κάποιων ακόμη χρημάτων που χρειαζόμουν για το ταξίδι στη Βραζιλία τον άλλο μήνα, παράτησα στην άκρη το αυτοκίνητο (λόγω κόστους βενζίνης) κι έβγαλα μηνιαία κάρτα του ΟΑΣΘ (Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης). Από τότε πηγαίνω στη δουλειά με λεωφορείο, έχοντας πάντα χωμένο σε μία τσέπη το μικροσκοπικό mp3 μου. ‘Δίπλα’ στους θρυλικούς Bijelo Dugme (ίσως το πιο αγαπημένο μου συγκρότημα, ροκ, με ιδρυτή τον Goran Bregović) από την άλλοτε Γιουγκοσλαβία, έχω τη Seka Aleksić, το μεγαλύτερο σήμερα αστέρι του σερβικού ‘turbo-folk’. Ελληνιστί, είναι σαν να έχει κάποιος δίπλα-δίπλα τον… Βασίλη Παπακωνσταντίνου με… βάλτε μόνοι σας το όνομα του μεγαλύτερου θηλυκού αστεριού που εμφανίζεται σήμερα σε πίστα ‘σκυλάδικου’. Λίγο πιο ‘κάτω’, μετά τον Gibonni (φοβερός και τρομερός Κροάτης, φέρνει λίγο σε Νταλάρα, με την έννοια ότι έχει να επιδείξει πολλές συνεργασίες με μεγάλα ονόματα από το εξωτερικό) με… περιμένει η Severina (η Κροάτισα με τα πρησμένα από τις πλαστικές χείλη, που πέρσι εκπροσώπησε τη χώρα της στον διαγωνισμό της Eurovision, η οποία όσο διάσημη είναι στην πατρίδα της για τη ‘φθηνή’ μουσική της, άλλο τόσο –ίσως και περισσότερο- είναι για το αμίμητο δεκάλεπτο –και βάλε- κλιπάκι που πριν από λίγα χρόνια εμφανίστηκε στο ίντερνετ και τη δείχνει να… τα δίνει όλα με/σε αρρενωπότατο ομοεθνή της σε καμπίνα πλοιαρίου). Αχταρμάς; Διαφωνώ. Απλά, ο κάθε ήχος, το κάθε είδος μουσικής, έχει την ώρα του (και τον χώρο του), ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Αν έστηνα πάρτι στο σπίτι μου, στο ζενίθ του κεφιού δεν θα έβαζα το «Ο φύλακας ο άγγελός σου» του Κότσιρα, άσχετα αν το λατρεύω αυτό το κομμάτι… Κι αν όντας στο λεωφορείο δεχόμουν μήνυμα στο κινητό με πολύ δυσάρεστα νέα, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να ακούω τα σερβοσκυλάδικα τραγούδια της Seka (οι δικές μας οι ‘λαϊκές’ τραγουδίστριες δεν πιάνουν μία μπροστά της. Στο εξώφυλλο του τελευταίου CD της έχει φωτογραφία που τη δείχνει ξαπλωμένη να χαϊδεύει το… ‘γουνάκι’ της, με άκρως λάγνο βλέμμα. Εεεε, μην τρελαίνεστε, φυσικά φοράει σορτσάκι, απλά το έχει ξεκούμπωτο με το χέρι της να… τρυπώνει από κάτω. Πριν με πυροβολείστε πάντως, σας διαβεβαιώνω ότι τα τραγουδάκια της ακούγονται ΠΟΛΥ ευχάριστα).
Το σημερινό post γράφεται με αφορμή μία εκ των προτάσεων-θησαυρών που έχω δεχτεί τις τελευταίες ημέρες από τον Αλέξη, στο μπλογκ του οποίου (
www.hellasbrasil.blogspot.com) αναφέρθηκα και στο προηγούμενο post μου. Βλέποντας ότι ‘ψήνομαι’ για μουσική από το Recife κι από τη Βραζιλία γενικότερα, με ‘έστειλε’ στο www.sombarato.blogspot.com. Όταν ξεδιπλώθηκε η σελίδα μπροστά μου και κατάλαβα περί τίνος πρόκειται, αισθάνθηκα σαν… αόρατος άνδρας σε γυναικείες ντουζιέρες. Σαν μαϊμού σε μπανανοφυτεία. Σαν τον Μακόλεϊ Κάλκιν στο ‘Μόνος στο σπίτι’, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή του για να το απολαύσει έτσι όπως ποτέ στη ζωή του δεν είχε απολαύσει τίποτα μέχρι τότε… Κάνεις κλικ δεξιά σε όνομα καλλιτέχνη, εμφανίζεται η σελίδα με όλες τις διαθέσιμες δουλειές του, κάνεις ένα ακόμη κλικ που σε παραπέμπει στο σάιτ από το οποίο μπορείς να κατεβάσεις τη μουσική του, ακολουθείς τις απλές οδηγίες, μέσα σε λίγα λεπτά έχεις στον υπολογιστή σου έναν φάκελο που ξεζιπάρεις και ιδού, όλα έτοιμα, βραζιλιάνικη μουσική στο πιάτο σου. ΠΟΛΛΗ βραζιλιάνικη μουσική στο πιάτο σου. Paraíso, παράδεισος σκέτος…

Muito obrigado, Αλέξη!

Tuesday, 15 May 2007

Μαρακανά, Όλυμπος, Ταίναρο και Στάγειρα…

«Το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα είναι αρρώστια», μου έγραψε χθες ο Αλέξης, στο blog του οποίου (www.hellasbrasil.blogspot.com) ‘έπεσα’ πριν από λίγες ημέρες, having googled ‘βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο’. «Δεν είναι ρομποτίστικο», μου έγραψε για το ποδόσφαιρο που παίζουν οι ομάδες στη Βραζιλία, εμφανέστατα παθιασμένος με αυτό, σε βαθμό που να ‘στήσει’ ειδικό blog για το πρωτάθλημα που άρχισε πριν από λίγες ημέρες… Αν και αθλητικογράφος με βασικό αντικείμενο ενασχόλησης το διεθνές ποδόσφαιρο (στην αφεντιά μου αναφέρομαι), αν έπρεπε να ποντάρω λεφτά μου στο ποιος από τους δύο κατέχει καλύτερα το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, ο Αλέξης ή εγώ, σε εκείνον θα ακουμπούσα τον παρά μου, έστω κι αν το ‘Αλέξης’ παιζόταν μόλις στο 1,10… Στο «πώς και δεν ασχολήθηκα ποτέ μέχρι τώρα σοβαρά με το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα», αναφέρθηκα στο προ-προηγούμενο post μου, ‘μιλώντας’ για… κεσάτια που μένουν περίσσευμα στους πάγκους παραγωγών σε λαϊκές, λίγο πριν αρχίσουν το μάζεμα, αργά το μεσημέρι… Δέχομαι χωρίς δεύτερη σκέψη το σχόλιο του Αλέξη για το τι είναι αυτό που κάνει το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα ‘αρρώστια’, έχω όμως να προσθέσω μία δική μου… πείτε την θεωρία, θεωρία ενός μη μυημένου στις λεπτομέρειες του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος, ο οποίος μόλις άρχισε να μπουσουλάει στα του Brasileirão, θεωρία που εξηγεί γιατί σε εμένα συγκεκριμένα, επικείμενο επισκέπτη της Βραζιλίας, ασκεί έλξη το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, έλξη που καθημερινά μετατρέπεται σε δέος για οτιδήποτε αφορά τις ομάδες (παρακολουθώ καθημερινά τα νέα τους στο www.globoesporte.com). Το προχθεσινό Flamengo-Palmeiras με καθήλωσε (ραδιοφωνικά, μέσω ίντερνετ), για τον ίδιο λόγο που ‘ψαρώνει’ κάθε ξένος γνωστός μου που φιλοξενώ συχνά-πυκνά, όταν καθόμαστε για καφέ στην παραλία της Θεσσαλονίκης και (καιρού επιτρέποντος) του δείχνω απέναντι, πέρα, στο βάθος του ορίζοντα, και του λέω «εκείνο το βουνό είναι ο Όλυμπος»… Αν έχεις ανέβει στην κορυφή του Ολύμπου, φέρνοντας την εμπειρία στο μυαλό σου, εκείνα που μπορεί να σου έχουν μείνει είναι η ομορφιά της φύσης, η αίσθηση του να μπαίνει στα πνευμόνια σου 101% καθαρός αέρας, ο χαβαλές με γνωστούς και αγνώστους στο καταφύγιο τη βραδιά πριν την ανάβαση του τελευταίου κομματιού, η θέα από την κορυφή, η συνειδητοποίηση ότι βρίσκεσαι στο ψηλότερο σημείο της χώρας… Αν όμως είσαι αλλοδαπός (ΚΥΡΙΩΣ αν είσαι αλλοδαπός) και δεν έχεις ανέβει ποτέ στην κορυφή, ο Όλυμπος δεν είναι όλα όσα προανέφερα, αλλά η μυθική κατοικία των αρχαίων Ελλήνων Θεών, για τους οποίους έχεις ακούσει! κι έχεις ακούσει!… «Πολύ όμορφη χώρα η Ελλάδα», ακούω όλους τους ξένους να λένε… «Ναι, αλήθεια, είναι όμως η ιστορία που κρύβεται κάτω από κάθε πέτρα που κάνει την Ελλάδα πραγματικά ιδιαίτερη», απαντάω. Σε μία άλλη χώρα ο Όλυμπος θα ήταν απλά ένα βουνό. Εδώ είναι αρχαία κατοικία Θεών… Το Ταίναρο σε μία άλλη χώρα θα ήταν απλά ένα ακρωτήρι. Εδώ είναι οι αρχαίες Πύλες του Άδη… Ακόμη και τα Στάγειρα, σε κάποια άλλη χώρα θα ήταν ένα ασήμαντο χωριό. Εδώ είναι η γενέτειρα του τεράστιου Αριστοτέλη… Παρεμπιπτόντως, γνωστή μου από την Αργεντινή που θα έρθει στην Ελλάδα τον Ιούλιο, μου ζήτησε να την πάω στα Στάγειρα(!!!), ακριβώς λόγω Αριστοτέλη, ακόμη κι όταν της εξήγησα ότι… ούτε τον τάφο του πρόκειται να δει, ούτε κάτι άλλο που να θυμίζει την εποχή που ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που ήταν…
Το προχθεσινό Flamengo-Palmeiras λοιπόν, για μένα δεν ήταν ένα από τα δέκα παιχνίδια της πρώτης αγωνιστικής του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος. Ήταν μία κόντρα μεταξύ της θ-ρ-υ-λ-ι-κ-ή-ς, της μυθικών διαστάσεων (στο μυαλό μου τουλάχιστον) Φλαμένγκο και της επίσης μεγάλης Παλμέιρας, στο γήπεδο-ναό που κάποτε χώρεσε 200.000 ανθρώπους, που είδαν τη Βραζιλία να χάνει ένα Μουντιάλ μέσα από τα χέρια της από την Ουρουγουάη, με τον κόσμο να κλαίει και να οδύρεται στις κερκίδες, πολλούς να αυτοκτονούν, Βραζιλιάνους παίκτες που αποχώρησαν από τον αγωνιστικό χώρο υποβασταζόμενοι γιατί δεν είχαν κουράγιο ούτε καν να περπατήσουν, και πάει λέγοντας… Προχθές, για μένα, με τις τιμημένες και ιερές κοκκινόμαυρες φανέλες της ‘Φλα’ δεν έπαιξαν έντεκα απλοί παίκτες, αλλά έντεκα μάγοι της μπάλας που μεγάλωσαν παίζοντας μπάλα στην αμμουδιά της Κοπακαμπάνα, και μαζευόντουσαν μόνο αργά το βράδυ στα σπίτια τους, πάνω, ψηλά, στους λόφους του –ξανά, θρυλικού και μυθικών διαστάσεων στο μυαλό μου, εξωτικού- Ρίο ντε Ζανέιρο, στις φαβέλες, εκεί όπου κάθε μέρα κινδύνευαν να σκοτωθούν και μοναδική ελπίδα είχαν να γίνουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές για να ξεφύγουν από εκεί, οι ίδιοι, οι γονείς τους και τα δέκα αδέρφια τους… Το προχθεσινό παιχνίδι για μένα δεν διεξήχθη απλά σε κάποια πόλη, αλλά ΣΤΗΝ πόλη, στην πόλη που στο άκουσμα του ονόματός της, σαν πιτσιρικάς, το μυαλό μου γεννούσε ανά λεπτό πιο πολλές εικόνες από τις στάλες καταρρακτώδους αυγουστιάτικης μπόρας στη Θεσσαλονίκη (είπα να… λογοτεχνίσω λίγο). Τέλος, τον προχθεσινό αγώνα δε μου μετέδωσε μέσω ραδιοφώνου ‘κάποιος’ σπίκερ, αλλά ένας Βραζιλιάνος σπίκερ, από αυτούς που όταν μπαίνει γκολ δε σε ενημερώνουν με ένα ψυχρό «ο Εdmundo ανοίγει το σκορ για την Παλμέιρας στο Μαρακανά», αλλά ξεσπούν με περίσσιο πάθος κραυγάζοντας «gooooooooooooooooooool!!!!!. Que golaço do Edmundooo!!!” See my point? Τι κι αν προχθές στο Maracanã δεν κόπηκαν ούτε 10.000 εισιτήρια; Τι κι αν δεν χωράει πλέον 200.000 κόσμο αλλά μόλις και μετά βίας τον μισό; Τι κι αν η Φλαμένγκο θα χρειαστεί φέτος να κάνει περισσότερα θαύματα από όσα έκανε ο Κύριος σε όλα τα 33 χρόνια Του για να κλέψει το πρωτάθλημα από την –φέρουσα ως βασικό φαβορί- São Paulo; Η πραγματικότητα… πραγματικότητα, και το ενσυνείδητο φιλτράρισμά της μέσα στο μυαλό μου… ενσυνείδητο φιλτράρισμά της μέσα στο μυαλό μου.

Η πρόταση της ημέρας

Κάπου άκουσα ότι κάθε blog πρέπει(;) κάτι να ‘λέει’, κάτι να προσφέρει, κάπου να φαίνεται χρήσιμο τέλος πάντως, χρήσιμο σε κάποιον που κατά λάθος μπορεί να σκοντάψει πάνω του… Το δικό μου ομολογώ ότι είναι σε ποσοστό 99,9% απλά ένα… μάτσο παραληρηματικών ‘σεντονιών’ (‘σεντόνι’=μακρύυυυυυυ, ατελείωτο κείμενο, στη δημοσιογραφική αργκό). Επειδή όμως πρέπει κι εγώ με κάποιον τρόπο να εκπληρώσω το ‘χρέος’ μου στην ‘κοινότητα’, θα φροντίσω να συνεχίσω την υποβολή μουσικών προτάσεων. Αν κάποιος ακολούθησε χθες την προτροπή μου, άκουσε ‘Pitty’ και του/της άρεσε, ε… καλό του/της έκανε που ξεστράτισε στο blog μου, κι όχι κακό. Η πρόταση της ημέρας, για σήμερα, είναι αυτή:
http://www.nacaozumbi.com/discografia_06_B.htm. Ακούστε τα κομμάτια του τελευταίου δίσκου τους κάνοντας κλικ στα μικρά στρογγυλά εικονίδια με τις λευκές βούλες στο κέντρο που αντιστοιχούν (κάτω) στη λέξη ‘ouvir’. Πρόκειται για συγκρότημα από το Recife (είναι τόσο γνωστό και πετυχημένο που το αναφέρει μέχρι και ο οδηγός του Lonely Planet για τη Βραζιλία, στο κεφάλαιο για τη μουσική της χώρας), και για να μην κάνω τον έξυπνο, ούτε καν ακουστά το είχα μέχρι χθες που μου το ανέφερε ο Αλέξης…


Monday, 14 May 2007

Golaço do Edmundooo!!!

Έχοντας παρακολουθήσει μανιωδώς το τελευταίο 48ωρο όσα συνέβησαν στην πρώτη αγωνιστική του βραζιλιάνικου ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, ακούγοντας βραζιλιάνικη μουσική στα… διαλείμματα, μην περιμένετε να διαβάσετε στις ακόλουθες αράδες κάτι που να μην έχει σχέση με… μαντέψτε, ω ναι, το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα και τη βραζιλιάνικη μουσική. Μπαίνοντας απευθείας στο ψητό, αν αναγνώστη μου είσαι άρρεν κολλημένος με το ποδόσφαιρο, clique aqui (‘κάνε κλικ εδώ’ ντε) http://video.globo.com/Videos/Player/Noticias/0,,GIM676153-7823-ASSISTA+AOS+GOLS+DA+PRIMEIRA+RODADA+DO+BRASILEIRAO,00.html. Μισή ολόκληρη ώρα με όλα τα γκολ (39, ζωή να ‘χουν) της πρώτης αγωνιστικής, 39 μακρόσυρτα goooooooooooool από κάργα ενθουσιώδεις Βραζιλιάνους σπίκερ. Για τους δε fãs (πληθυντικός του fã, βραζιλιάνικη βερσιόν της λέξης fan) της μουσικής, το λινκ της ημέρας είναι τούτο: http://www.myspace.com/bandapitty. Pitty είναι το όνομα της τραγουδίστριας, από το οποίο παίρνει το όνομά του και το συγκρότημα. Άκουσε τα τέσσερα πιο δημοφιλή τραγούδια από τις δύο –μέχρι στιγμής- δισκογραφικές δουλειές τους, δυναμώνοντας την ένταση (πρότασή μου) στο ‘Admiravel Chip Novo’. Παρεμπιπτόντως, η κοπέλα είναι από το Salvador da Bahia, πρώτο και τελευταίο σταθμό του ταξιδιού μου στη Βραζιλία τον άλλο μήνα. Σκαλίζοντας στοιχεία για πολλούς Βραζιλιάνους μουσικούς τον τελευταίο καιρό, διαπίστωσα ότι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τους τα μεγαλύτερα ονόματα της βραζιλιάνικης μουσικής προέρχονται από το Salvador da Bahia ή από κοντινές πόλεις της Πολιτείας της Bahia. Στη Θεσσαλονίκη συνηθίζουμε να λέμε ότι οι περισσότεροι πετυχημένοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα κατάγονται από την πόλη μας (δε νομίζω ότι έχουμε άδικο), οπότε θα πρότεινα στο δημοτικό μας συμβούλιο να σκεφτεί το ενδεχόμενο, γιατί όχι;, της αδελφοποίησης με το μακρινό Salvador (να δω τη Daniela Mercury να παίζει στη Θεσσαλονίκη στην τελετή αδελφοποίησης των δύο πόλεων κι ας πεθάνω…).
Επιστρέφοντας στα του Brasileirão 2007, στην πρώτη αγωνιστική, από ομάδες ξεχώρισα την Botafogo (επειδή έκανε τη μεγαλύτερη, για μένα, έκπληξη της αγωνιστικής), από γήπεδα το Ilha do Retiro στο Recife (πάνω, ψηλά, σχεδόν στη βορειοανατολική ‘μυτούλα’ της Βραζιλίας), κι από παίκτες τον Edmundo (του οποίου το όνομα άκουσα τον σπίκερ να το προφέρει ΕΤΖιμούντο, παχύ ΤΖ, γι’ αυτό και τα κεφαλαία). Εξηγούμαι: η Botafogo έπαιζε εκτός έδρας με την Internacional στο Porto Alegre. Μεθαύριο η ‘Fogo’ παίζει ημιτελικό Κυπέλλου Βραζιλίας κι ο προπονητής της κράτησε εκτός ομάδας τέσσερις από τους βασικότερους παίκτες του. Όταν η Internacional προηγήθηκε νωρίς, είπα στον εαυτό μου, «αυτό ήταν, καθάρισε η Botafogo». Έλα μου όμως που ισοφάρισε πριν τελειώσει το ημίχρονο. Στο 49΄ αποβάλλεται παίκτης της. Δεύτερη φορά η αφεντιά μου μουρμούρισα «ΑΥΤΟ ήταν, καθάρισε η Botafogo». Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες… Εννιά λεπτά μετά την αποβολή, το σκορ ήταν 1-3!!! Τελικό, 2-3. Τους βγάζω το καπέλο… Από γήπεδα ξεχώρισα αυτό της Sport (οι Βραζιλιάνοι έχουν έναν μαγικό τρόπο να κάνουν απλές στην προφορά τους λέξεις να ακούγονται πιο… ζουμερές, γι’ αυτό και το όνομα της ομάδας δεν προφέρεται Σπορτ, αλλά ΕσπόρΤΣι), στο Recife, όχι επειδή σαν γήπεδο είναι κάτι εντυπωσιακό, αλλά επειδή ήταν εκείνο στο οποίο κόπηκαν τα περισσότερα εισιτήρια, το μόνο ίσως γήπεδο που ήταν σχετικά γεμάτο. Η Sport μόλις επέστρεψε στη μεγάλη κατηγορία, ο κόσμος είναι ενθουσιασμένος, με τη Santos έπαιζαν, ο κόσμος γέμισε το γηπεδάκι (-άκι… τρόπος του λέγειν, 25.000 άνθρωποι ήταν στο γήπεδο), και η όλη φάση μού θύμισε κάτι από… ΠΑΣ Γιάννινα, μία ομάδα από την επαρχία που την έχω συνδέσει με πολύ ζεστό φίλαθλο κοινό. Τελικό σκορ 4-1, έτσι, για να… ευχαριστήσει η ομάδα τον κόσμο της και να γιορτάσουν την επιστροφή τους στη μεγάλη κατηγορία. Τέλος, από παίκτες ξεχώρισα τον Edmundo, τον οποίο πάντα είχα στην καρδιά μου. Λένε ότι η φετινή του χρονιά με την Palmeiras θα είναι η τελευταία του, τα πρώτα –άντα τα έχει προ πολλού-πολλού πατήσει και… δεν θυμάμαι πόσο ακριβώς είναι, αλλά ο τύπος της μπάλας τής… μιλάει. Αν δεν έχετε μισή ώρα χρόνο για να δείτε όλο το βίντεο με όλα τα γκολ της αγωνιστικής, αφιερώστε μόνο τρία-τέσσερα λεπτά και δείτε τα γκολ από το Flamengo-Palmeiras 2-4. Είναι τα γκολ με τα οποία αρχίζει το βίντεο. Και τα δύο γκολ του ‘Animal’ (‘Ζώο’, ίδιο με τα Αγγλικά, μόνο στην προφορά διαφέρει), είναι χάρμα οφθαλμών. Γενικά χθες και προχθές μπήκαν πολλά σούπερ γκολ (αν δείτε το βίντεο θα ακούσετε αρκετές φορές τη λέξη golaço, δηλαδή ‘γκολάρα’), όμως μεταξύ ενός ξερού κεραυνού από τα 20, 30, 40 μέτρα, κι ενός δυνατού ΚΑΙ τεχνικού σουτ από εξίσου μακρινή απόσταση, δεν μπορώ να μη βάλω το δεύτερο ένα σκαλί πιο πάνω. Ο Edmundo και στις δύο φάσεις έστειλε την μπάλα εκεί που ήθελε, στο παραθυράκι που ήθελε, δεν σούταρε απλά για να βρει εστία, κι αυτό κάνει το πρώτο γκολ του να ξεχωρίζει από εκείνο του… Jorge Wagner της São Paulo, για παράδειγμα, το οποίο ήταν επίσης πολύ εντυπωσιακό, όμως ο μαυρούλης απλά σούταρε για να βρει εστία, δε σημάδεψε συγκεκριμένο σημείο… Λεπτομέρειες… Όλο το βίντεο είναι… φάτε μάτια ψάρια, κάντε κλικ, αράξτε με την πλάτη στην καρέκλα, βάλτε τον ήχο στο μάξιμουμ και δεν θα χάσετε… (Αν σας κάνει κόλπα, πατήστε ‘mesmo assim’).

Saturday, 12 May 2007

Gooooooooooooooooooooooooooool

Όταν ερωτεύεσαι μία γυναίκα, σου συμβαίνουν, εκτός άλλων, δύο πράγματα: Α) τολμάς να κολυμπήσεις σε νερά που μέχρι να σε σημαδέψει το πιτσιρικάκι με το τόξο και τα βέλη τού έρωτα ανά χείρας, θεωρούσες τρομακτικά, έμενες μακριά τους, βολευόσουν με το να κολυμπάς σε πιο ρηχά νερά, σε πιο ‘ασφαλή’ (τις πιο γενναίες αποφάσεις μου τις έχω πάρει όντας ερωτευμένος), και Β), διευρύνεις τους ορίζοντές σου, με την έννοια ότι καταπιάνεσαι με αντικείμενα τα οποία πριν πέσεις στα δίχτυα του έρωτα σου ήταν είτε άγνωστα, είτε αδιάφορα. Τελευταία φορά ερωτεύτηκα πριν από δύο χρόνια, μία καταπληκτική Κροάτισα, κι όσο διάστημα μείναμε μαζί καταπιάστηκα με πράγματα που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έμπαινα στον πειρασμό να ‘ανακαλύψω’. Τη γλώσσα της για παράδειγμα (να σας λείπουν οι πονηρές σκέψεις, τη γλώσσα που λέγεται Σερβοκροάτικα εννοώ –οι Σέρβοι τη λένε Σέρβικα, οι Κροάτες τη λένε Κροατικά, και ναι, υπάρχουν κάποιες διαφορές, αλλά όχι πια τόσες και τόσο σημαντικές που να πείθομαι ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές γλώσσες).
Το ίδιο μού συμβαίνει κάθε φορά που ετοιμάζομαι για ένα ταξίδι. Ερωτεύομαι όχι μόνο την ιδέα του ταξιδιού (από την οποία ούτως ή άλλως είμαι μονίμως ξελογιασμένος), αλλά και τον προορισμό μου, την ιστορία της χώρας στην οποία πηγαίνω, τη γλώσσα, το να ενημερώνομαι για το τι τρέχει στις πόλεις που θα πάω… Πριν πετάξω για Ινδία μπήκα στον πειρασμό μέχρι και για το κρίκετ να μελετήσω, αν και πρόκειται για το άθλημα που θεωρώ ότι είναι το πλέον βαρετό που έχει επινοήσει ποτέ ανθρώπινος νους (αν είχα μπροστά μου μία τηλεόραση στην οποία θα έπαιζαν δύο μόνο κανάλια, ένα που θα έδειχνε κρίκετ κι ένα που θα έδειχνε μία γριούλα να μαθαίνει στην εγγονή της πώς να πλέκει, τη γριούλα και την εγγονούλα της θα έβλεπα… Não estou brincando, δεν κάνω πλάκα –αφού μαθαίνω που μαθαίνω δέκα Πορτογαλικά λόγω Βραζιλίας, ας κάνω το κομμάτι μου…). Λιγότερο από έναν μήνα πριν πετάξω για Βραζιλία (εικοσιτέσσερις ημέρες παρά τρεις ώρες, για να μην ξεχνιόμαστε), έχοντας ήδη ‘βουτήξει’ σε οτιδήποτε έχει σχέση με τη χώρα και στο οποίο βρήκα ενδιαφέρον, ήρθε η σειρά του αγαπημένου μου ποδοσφαίρου να μονοπωλήσει σήμερα το ενδιαφέρον μου. Γιατί σήμερα συγκεκριμένα; Επειδή δέκα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, απόψε, μεσάνυχτα Ελλάδας, την ώρα που οι περισσότεροι θα είμαστε καρφωμένοι μπροστά σε κάποια τηλεόραση βλέποντας Eurovision (κρίμα για την Ευρυδίκη. Μου αρέσει η φωνή της, το τραγουδάκι δεν είναι άσχημο και θα ήθελα να τη δω στον τελικό), στη Βραζιλία θα αρχίζει το Brasileirão 2007, το ‘βασικό’ πρωτάθλημα Βραζιλίας για φέτος. Αν και αθλητικογράφος, ομολογώ ότι το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα ποτέ δε μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή, ίσως γιατί στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι κορυφαίοι Βραζιλιάνοι παίκτες παίζουν στην Ευρώπη, αφήνοντας πίσω τους… συντρίμμια. Θρυλικά ονόματα η Flamengo, η Santos, η São Paulo, η Corinthians και πάει λέγοντας, respect, δε λέω, αλλά… αισθανόμουν ότι το να παρακολουθείς βραζιλιάνικο πρωτάθλημα είναι σαν να πηγαίνεις στη λαϊκή δέκα λεπτά πριν αρχίσουν οι παραγωγοί να μαζεύουν τους πάγκους τους, έχοντας απομείνει σε αυτούς μόνο τα… κεσάτια. Επειδή όμως αυτόν τον καιρό είμαι ‘εξαρτημένος’ από οτιδήποτε έχει να κάνει με τη Βραζιλία, μπήκα στον πειρασμό να κάνω μία ακόμη ‘βουτιά’, αυτήν τη φορά στο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημά της. Γιατί το αποκάλεσα προηγουμένως ‘βασικό’; Επειδή ναι μεν σε αυτό συμμετέχουν ομάδες από όλη τη χώρα, όμως ήδη τους προηγούμενους μήνες, από τον Γενάρη και μετά, έχουν προηγηθεί τοπικά πρωταθλήματα σε κάθε σχεδόν Πολιτεία, για να μην αναφερθώ στα τοπικά Κύπελλα, πέρα από το Κύπελλο Βραζιλίας το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη. Το μυαλό μου πήγε στους Άγγλους, οι ομάδες των οποίων, οι μεγάλες τουλάχιστον, δίνουν κάθε χρόνο περισσότερα παιχνίδια από οποιασδήποτε άλλης χώρας ομάδες. Οι παίκτες στην Αγγλία διαμαρτύρονται, λένε ότι οι αγώνες είναι πολλοί, ότι δεν έχουν χρόνο να… ανασάνουν. Δεν έχουν άδικο… Αν όμως οι Άγγλοι δεν έχουν άδικο, τι να πουν κι οι Βραζιλιάνοι… Η São Paulo παίζει απόψε στην πρώτη αγωνιστική του Brasileirão, ήδη όμως, από την αρχή του 2007, έχει δώσει όχι πέντε, όχι δέκα, αλλά 29(!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! μαντέψτε πόσα είναι τα θαυμαστικά) παιχνίδια, για το πρωτάθλημα Paulista (πολιτειακό) και για το Libertadores, το οποίο για τους μη γνωρίζοντες είναι το αντίστοιχο Champions League της Λατινικής Αμερικής. Πέρασα το πρωινό καρφωμένος στο
www.globoesporte.com. Έψαξα στοιχεία για τους τρεις αποψινούς αγώνες. Βρήκα. Κι όσο περισσότερα έβρισκα, τόσο… ξεθάρρευε μέσα μου ο κλασικός ο Έλληνας ο εξυπνάκιας, που αυτοπαραμυθιάζεται νομίζοντας ότι μέσα σε λίγα λεπτά είναι δυνατό να γίνει ειδήμονας επί οποιουδήποτε αντικειμένου. Anyhow, ομολογώ ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια μπήκα στον πειρασμό να παίξω στοίχημα (δεν έπαιξα, ούτε θα παίξω, μάλλον, αλλά στον πειρασμό… μπήκα). Γιατί; Επειδή η São Paulo που παίζει το βράδυ εντός έδρας με την Goiás, παίζεται μεν από τα πρακτορεία στοιχημάτων σαν το τεράστιο φαβορί του αγώνα, όμως τελευταία έχει τα μαύρα της τα χάλια, ρεζιλεύτηκε στον επαναληπτικό ημιτελικό του πρωταθλήματος Paulista από ‘κάποια’ São Caetano, πριν από λίγες ημέρες αποκλείστηκε και από την Grêmio στο Libertadores, η ατμόσφαιρα λέει στην ομάδα είναι βαριά κι ασήκωτη, ενώ, σαν να μην της έφθαναν όλα αυτά, απόψε θα παίξει κεκλεισμένων των θυρών στο γήπεδό της, το Morumbi, πληρώνοντας περσινά καμώματα οπαδών της. Τρελά λεφτά δίνει το διπλό της Goiás… Αμ τ’ άλλο;! Σε άλλο αποψινό παιχνίδι, η Fluminense παίζει εντός έδρας με την Cruzeiro. Φαβορί (πάντα σύμφωνα με τους στοιχηματζήδες) η Fluminense, εντός έδρας παίζει, μια χαρά τα πηγαίνει στο Κύπελλο Βραζιλίας, έλα όμως που την Τετάρτη που μας έρχεται παίζει πρώτο ημιτελικό στο Κύπελλο, και ο προπονητής της αποφάσισε να αφήσει απόψε εκτός ομάδας τέσσερις από τους βασικότερους παίκτες του. Η Cruzeiro από την άλλη, μόνο του πεταματού δεν είναι, άσε που έχει και καινούργιο προπονητή, πρώτη φορά θα κάτσει απόψε στον πάγκο της, κάτι που πάντα ‘τσιγκλάει’ έναν παίκτη να δώσει κάτι παραπάνω… Χ2…
Έχω βρει online ραδιοφωνικούς σταθμούς στους οποίους θα μπορέσω να ακούσω live τους αγώνες απόψε. Θέλω να ακούσω αυτό το μακρόσυρτο “gooooooooooooooooooooool” που τραβάνε επί ώρα οι Βραζιλιάνοι σπίκερ κάθε φορά που η μπάλα πηγαίνει στο πλεκτό. Όσο για τη Eurovision, στις δώδεκα και δέκα θα έχει αρχίσει η ψηφοφορία, οπότε… mute η τηλεόραση, η εικόνα θα είναι αρκετή.

Monday, 7 May 2007

Glenelg, Αδελαΐδα, 25/5/2004


Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις…

Όπως χθες, έτσι και σήμερα, πέρασα αρκετή ώρα διαβάζοντας (για την ακρίβεια… ‘ξεκοκαλίζοντας’) κείμενα του Δημήτρη Παρούση, του συνονόματού μου, στο ταξίδι (και στην ιστοσελίδα, www.godimitris.gr) του οποίου, αναφέρθηκα χθες. Σε κάθε ευκαιρία που του δίνεται, όπου κι αν βρίσκεται, συναντάει Έλληνες. Διαβάζοντας το πιο πρόσφατο κείμενό του από την Κούβα, συγκινήθηκα, όπως συγκινούμαι πάντα όταν ακούω/διαβάζω ιστορίες με απόδημους συμπατριώτες μας. Σαν άνθρωπος που από έφηβος είχα σαν μεγαλύτερο όνειρο της ζωής μου να φύγω από την Ελλάδα για μερικά –τουλάχιστον- χρόνια, να ζήσω στο εξωτερικό, να δω πώς είναι να ζει κανείς σε ξένη χώρα, ομολογώ ότι ποτέ δεν αισθάνθηκα να… ταυτίζομαι με Έλληνες μετανάστες οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια έλεγαν μπροστά σε κάμερα ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού πόσο τους λείπει η Ελλάδα. Από την άλλη όμως, πάντα με συγκινούσε αυτή η… αγνή αγάπη για την Ελλάδα που έχουν οι δικοί μας άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό, ειδικά εκείνοι που ζουν πολύ μακριά και το να ταξιδέψουν στην Ελλάδα δεν είναι παιχνιδάκι… Το 2004 ταξίδεψα δύο φορές στην Αυστραλία. Την πρώτη φορά μοίρασα τον χρόνο μου μεταξύ (κυρίως) Μελβούρνης και Σίδνεϊ. Τη δεύτερη φορά έμεινα σχεδόν αποκλειστικά στη Μελβούρνη, για ενάμιση μήνα, με εξαίρεση ένα διήμερο στην Αδελαΐδα. Στη Μελβούρνη συνάντησα αμέτρητους Έλληνες, κάτι απόλυτα φυσιολογικό, μια και λόγω παρουσίας ελληνικού στοιχείου δίκαια αποκαλείται ‘τρίτη μεγαλύτερη ελληνική πόλη, μετά από Αθήνα και Θεσσαλονίκη’. Στο Σίδνεϊ επίσης συνάντησα Έλληνες, όμως την πλέον αξέχαστη εμπειρία από συνάντηση με ελληνικό στοιχείο στην Αυστραλία την είχα στην Αδελαΐδα. Έχοντας πάρει το λεωφορείο αργά το βράδυ από Μελβούρνη, έφθασα στην Αδελαΐδα νωρίς το πρωί, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Μετά από ένα μακρύ βραδινό ταξίδι, βρισκόμενος τόσο μακριά από την Ελλάδα, και φθάνοντας στην Αδελαΐδα μία ώρα που ελάχιστοι είχαν ήδη ξυπνήσει, το τελευταίο που περίμενα ήταν να ακούσω Ελληνικά. Κι όμως… Στην πιάτσα των ταξί μπροστά στον σταθμό των λεωφορείων, οι δύο όλοι κι όλοι ταξιτζήδες που υπήρχαν και περίμεναν πελάτες, ήταν Έλληνες, κι η παρουσία τους εκεί μου έδωσε… μυρουδιά τού τι θα ακολουθούσε την άλλη μέρα, όταν πήγα βόλτα με το τραμ μέχρι το Glenelg, ένα παραθαλάσσιο προάστιο της Αδελαΐδας. Δίπλα ακριβώς στο τέλος της γραμμής του τραμ, δεν μπορούσα να μην προσέξω το ‘MAKIS for YIROS’. Θυμάμαι ότι άρχισα να χασκογελάω. Μου φάνηκε τρελό που… στην άκρη του πουθενά, όχι απλά υπήρχε κάποιος Έλληνας που είχε γυράδικο, αλλά επιπλέον τον έλεγαν Μάκη, όπως τον τύπο που είναι ιδιοκτήτης του γυράδικου δίπλα στο σπίτι των δικών μου, στην Άνω Τούμπα (Θεσσαλονίκη), μαγαζί στο οποίο άφησα… μια περιουσία, πριν κόψω τους γύρους πριν από τρία χρόνια. Πήγα να πω ένα γεια και με το που άκουσε ο μουστακαλής Ελληνάρας ιδιοκτήτης του μαγαζιού ότι ήμουν Έλληνας ΚΑΙ Θεσσαλονικιός, άνοιξε η ψυχή του! Πριν προλάβω να πω «όχι, ευχαριστώ, δεν είναι ανάγκη», ήδη μου είχε γεμίσει τη μία παλάμη με μία σαντουιτσάρα, φίσκα στο γύρο-κοτόπουλο. Πιάσαμε την κουβέντα. Ο άνθρωπος είναι (χρησιμοποιώ ενεστώτα γιατί εύχομαι να είναι καλά εκεί που είναι) Θεσσαλονικιός, και μάλιστα ΚΑΙ Τουμπιώτης, δηλαδή από την ίδια περιοχή της Θεσσαλονίκης που είμαι κι εγώ. Με κοιτούσε και αισθανόμουν… διάσημος, γιατί στο βλέμμα του είχε τον ενθουσιασμό που είχα εγώ όταν το 1988, στα 13 μου, πήγα στην Τούμπα για το παιχνίδι του ΠΑΟΚ με τη Νάπολι και είδα ‘ζωντανό’ τον Μαραντόνα. Μιλούσαμε, και κάθε λίγο και λιγάκι έλεγε «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω», τονίζοντας το «πολύ» κάθε φορά και περισσότερο. Δεν πέρασε πολλή ώρα και σταμάτησε μπροστά στο μαγαζί ένα ταξί. Έλληνας ο οδηγός, φίλος του Μάκη, Θεσσαλονικιός ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ, με πολλούς γνωστούς στην Τούμπα. Δώσ’ του πάλι από την αρχή να απαντάω σε ερωτήσεις για την Ελλάδα, για τη Θεσσαλονίκη, για το πώς είναι τα πράγματα εδώ, για το ένα, για το άλλο… Και νέα «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω», αυτήν τη φορά πρίμο-σεκόντο, από δύο διαφορετικά στόματα…
Εκείνο το πρωινό το χάρηκα, μου έμεινε αξέχαστο, και το θυμάμαι κάθε φορά που διαβάζω/ακούω απίθανες ιστορίες για το πού μπορεί κανείς να συναντήσει Έλληνα, Έλληνα φιλόξενο, ανοιχτή καρδιά, Έλληνα περήφανο, αλλά πολλές φορές και πικραμένο…

Sunday, 6 May 2007

Μέρα με τη νύχτα

Μόλις χθες έγραφα πόσο ζόρικα είναι τα πράγματα στη Βραζιλία από πλευράς ασφάλειας… Το απόγευμα έπεσε στα χέρια μου το ένθετο του Αγγελιοφόρου για τα ταξίδια (της περασμένης Κυριακής) κι εκεί ‘γνώρισα’ έναν συνονόματό μου (Δημήτρη), ο οποίος εδώ και μήνες κάνει τον γύρο του κόσμου έχοντας πουλήσει ό,τι μπορούσε να πουλήσει, προκειμένου να βρει χρήματα για να κάνει αυτό το όνειρό του πραγματικότητα (ρίξτε μια ματιά στο www.godimitris.gr και θα δείτε περί τίνος πρόκειται). Αυτόν τον καιρό είναι στην Κούβα, σύντομα θα βρίσκεται στο Μεξικό και βλέποντας ότι ήδη έχει περάσει από τη Βραζιλία, διάβασα τα κείμενα που έγραψε τις –αρκετές- ημέρες που πέρασε στο Ρίο ντε Ζανέιρο πέρσι τον Αύγουστο. Την πρώτη μέρα που πήγε στην Copacabana επικρατούσε αναστάτωση, υπήρχε αστυνομία, και του είπαν ότι είχαν μαχαιρώσει έναν 19χρονο Πορτογάλο τουρίστα επειδή είχε αρνηθεί να δώσει το σακίδιό του σε εκείνον/εκείνους που τον απείλησε/απείλησαν με μαχαίρι. Σε άλλο κείμενό του έγραψε ότι καθημερινά στο hostel που έμενε, κάποιος/κάποια επέστρεφε από βόλτα στην πόλη χωρίς πορτοφόλι/φωτογραφική μηχανή/σακίδιο πλάτης… Διαβάζοντας τέτοιες ιστορίες, ώρες-ώρες, ασυναίσθητα ‘επιστρέφω’ στην Ινδία και θυμάμαι πόσο ασφαλής αισθανόμουν, είτε κυκλοφορούσα βράδυ με σακίδιο στην πλάτη σε σκοτεινούς δρόμους της Βομβάης, είτε περπατούσα ξυπόλυτος στην άμμο παραλίων της Γκόα, καλύπτοντας αποστάσεις μεταξύ παραλιακών χωριών στις οποίες δεν υπήρχαν τουρίστες, παρά μόνο μικροπαρέες ντόπιων (και οι δύο τουριστικοί οδηγοί που έχω για τη Βραζιλία, υποστηρίζουν ότι εμπεριέχει ρίσκο το να περπατάει κανείς στην αμμουδιά μεταξύ δύο παραλιακών χωριών, οπουδήποτε σχεδόν στη χώρα, επειδή υπάρχουν καλές πιθανότητες να στην πέσουν ξαφνικά τύποι με μαχαίρια). Στη Βομβάη έφθασα λίγο πριν τις έξι το πρωί, με βραδινό τρένο από την Γκόα. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη, ήταν σκοτεινά, ήξερα ότι η περιοχή όπου ήθελα να μείνω ήταν περίπου δύο χιλιόμετρα προς τα νότια, οπότε, πολύ απλά, με τη βοήθεια ενός μπρελόκ-πυξίδας που είχα αγοράσει το 2004 στη Μελβούρνη (λιώνω και μόνο που γράφω το όνομα της πιο αγαπημένης μου πόλης στον κόσμο… Πονεμένη ιστορία), τράβηξα νότια. Το κέντρο της Βομβάης είναι ουσιαστικά μία χερσόνησος, η οποία όλο και στενεύει όσο πηγαίνεις νότια, επομένως ήταν πρακτικά αδύνατο να χαθώ. Βγαίνοντας από το –εντυπωσιακό- κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού και ‘πιάνοντας’ τον μεγαλύτερο-φαρδύτερο δρόμο προς τα νότια, τα μάτια μου έπεσαν σε κάτι σκοτεινές φιγούρες που… συγγνώμη που το ‘λέω’, μου θύμισαν σκηνές στην τηλεόραση με πτώματα αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, μέσα σε μαύρες σακούλες. Ήταν άνθρωποι άστεγοι, καλυμμένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια με μία-δύο κουβέρτες… Χωρίς να είμαι κι ο μεγαλύτερος ανθρωπιστής του κόσμου, ειλικρινά θλίβομαι και μόνο που φέρνω τη σκηνή ξανά στο μυαλό μου… Περπατούσα δίπλα τους, φροντίζοντας να κατευθύνομαι πάντα προς τον νότο, κι όσο περπατούσα το σκηνικό παρέμενε ίδιο. ‘Παρατεταγμένοι’ οι άνθρωποι ο ένας δίπλα στο άλλο. Ήταν η ώρα που άρχισαν να ξυπνούν. Ομολογώ ότι σε μια στιγμή σκέφτηκα ότι δεν ήταν πολύ σοφό εκ μέρους μου να περπατάω εκεί, με ένα σακίδιο στην πλάτη, όμως… όμως δεν αισθανόμουν ότι διέτρεχα πραγματικά κάποιον κίνδυνο, παρά το σκοτάδι, παρά το ότι περπατούσα ανάμεσα σε αμέτρητους προφανώς απελπισμένους ανθρώπους. Ούτε σούπερ θαρραλέος είμαι, ούτε κάποια τεχνική αυτοάμυνας κατέχω, ούτε σουγιά στην κωλότσεπη κουβαλούσα. Απλά… δεν αισθανόμουν ότι ακόμη και κάτω από ΕΚΕΙΝΕΣ τις συνθήκες, διέτρεχα κίνδυνο. Επί 25 μέρες στην Ινδία δεν αισθάνθηκα κανέναν να κινείται ‘ύποπτα’ προς το μέρος μου, δε μου δόθηκε καμία αφορμή να αισθανθώ ότι έπρεπε να προσέχω περισσότερο απ’ όσο ούτως ή άλλως πάντα προσέχω, δεν αισθάνθηκα ότι έπρεπε το συντομότερο δυνατό να φύγω από εκεί που ήμουν και να πάω σε πιο ασφαλές μέρος (εεεεε, με εξαίρεση ένα μεσημέρι στην πρωτεύουσα της πολιτείας της Γκόα, όπου ξαφνικά, όπως έκανα βόλτα, βρέθηκα με ένα μάτσο αδέσποτα σκυλιά τριγύρω μου, να γαβγίζουν και να γρυλίζουν κάθε άλλο παρά… χαριτωμένα). Αν κάποιος που διαβάζει αυτές τις γραμμές έχει πάει στο Ρίο ντε Ζανέιρο, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να περπατάει από τον σταθμό των λεωφορείων της πόλης προς… την παραλία Φλαμένγκο για παράδειγμα, επί είκοσι λεπτά, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, στις έξι το πρωί;… Από την άλλη, τις προάλλες διάβαζα το blog ενός Αμερικάνου που ζει στο Ρίο εδώ και μήνες, και το χειρότερο που του έχει συμβεί είναι να του κλέψουν τις παντόφλες στην Copacabana, ενώ εκείνος είχε βουτήξει στη θάλασσα. Η Amita είναι που αυτοδιαφημίζεται ως ‘χορηγός θετικός ενέργειας’; Σε αυτόν τον Αμερικάνο εγώ βρήκα τον δικό μου ‘χορηγό θετικής σκέψης’. Δεν ξέρω αν εκείνος είναι θιασώτης του positive thinking, αλλά με αυτό που διάβασα στο blog του σίγουρα τονώθηκε η δική μου θετική σκέψη…

Saturday, 5 May 2007

Τον άλλο μήνα τέτοια μέρα…

Σάββατο 5 Μαΐου. Στις 5 Ιουνίου η μέρα θα είναι Τρίτη, κι εγώ θα είμαι ένας ευτυχισμένος (σε βαθμό… χαζοχαρουμενότητας) άνθρωπος, μια κι εκείνη τη μέρα θα αρχίζει το ταξίδι μου στη Βραζιλία. Έναν μήνα πριν κλειδώσω την πόρτα του μικροσκοπικού στούντιό μου (δεν τολμώ να το χαρακτηρίσω ‘διαμέρισμα’) με έναν σάκο φορτωμένο στην πλάτη μου (τον οποίο ελπίζω να δω τη μέρα που θα φτάσω στο Salvador da Bahia, κάτι που δεν έγινε με τον σάκο που είχα ετοιμάσει για το ταξίδι στην Ινδία, σάκο τον οποίο είδα όταν έκανα check-in στην Αθήνα στον πηγαιμό για Βομβάη και τον ξαναείδα δύο μέρες ΜΕΤΑ την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη –ας είναι καλά η μπιιιιιπ Gulf Air), ό,τι έπρεπε να έχω τακτοποιήσει, το έχω τακτοποιήσει. Τα εισιτήρια για Βραζιλία έχουν αγοραστεί εδώ και –πολύ- καιρό, εισιτήρια για δύο εσωτερικές πτήσεις με την χαμηλού κόστους Gol (www.voegol.com.br) έχουν αγοραστεί, καταλύματα για τις πρώτες ημέρες μου εκεί έχουν κλειστεί, λεφτά για τις τρεις εβδομάδες μου εκεί έχουν μαζευτεί, οι βασικοί συνεργάτες μου στην εφημερίδα έχουν ενημερωθεί, οι γονείς μου έχουν προειδοποιηθεί (να μην περιμένουν τηλέφωνο κάθε δεύτερη μέρα), η απόκτηση βασικών γνώσεων Βραζιλιανοπορτογαλικών έχει εδώ και καιρό δρομολογηθεί και ‘τρέχει’ με γοργούς ρυθμούς, γέφυρες με Βραζιλιάνους που μπορεί να συναντήσω αν το επιδιώξω έχουν ριχτεί, παρέα για το Μαρακανά (στις 10 Ιουνίου, Κυριακή, η Φλουμινένσε παίζει εντός έδρας και φυσικά δεν θα χάσω την ευκαιρία να φιλήσω τα ιερά τσιμέντα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ναού του πλανήτη) έχει βρεθεί, και το μόνο –νομίζω- που μένει, είναι να απαντήσω στο εξής ερώτημα: to buy, or not to buy? That’s the question. Buy τι; Ψηφιακή φωτογραφική μηχανή με δεκάρι οπτικό ζουμ, απωθημένο μου, το οποίο τώρα επιτέλους μπορώ να ικανοποιήσω, μια και οι τιμές έχουν πέσει σημαντικά. Πέρσι αγόρασα ολοκαίνουργια Olympus για να αντικαταστήσω την… ξαδερφούλα της (επίσης Olympus) που είχα αγοράσει το 2003, όμως το οπτικό ζουμ της είναι μόλις τριάρι. Γιατί διστάζω να αγοράσω μία ακόμη ψηφιακή μηχανή; Επειδή με αυτά που διαβάζω περί κλοπών και επιθέσεων σε τουρίστες στη Βραζιλία, θυμάμαι τον Γεωργίου και την κλασική ατάκα του, «σχσκέψχψου και προβληματίσχσου» (δεν ξέρω πώς αλλιώς να αποτυπώσω την all times classic χροιά της φωνής του όταν προφέρει το Σ και το Ψ…). Σκέφτομαι λοιπόν, και προβληματίζομαι (οι κάμερες με τόσο μεγάλο οπτικό ζουμ δεν είναι... τεράστιες, όμως σε καμία περίπτωση δεν χωράνε σε τσέπη, επομένως για να την κουβαλάς πρέπει να κυκλοφορείς με μικρό σακίδιο πλάτης, ή, ακόμη χειρότερα, με -μεγάλη- 'μπανάνα', κάτι που σε κάνει αυτόματα μεγαλύτερο στόχο). Οι ιστορίες που διαβάζω, όχι μόνο σε blogs ταξιδιωτών που είναι εκεί αυτόν τον καιρό, αλλά ακόμη και στην online έκδοση της O Globo, καθημερινά, μου θυμίζουν τον προ αναχώρησης για Ινδία καιρό, τότε που δεν ανησυχούσα για την ασφάλειά μου, αλλά για την υγεία μου. Να όμως που την έβγαλα 25 μέρες εκεί χωρίς να παίρνω χάπια για την ελονοσία, τα οποία ήταν στην αποσκευή που η Gulf Air έχασε κάπου μεταξύ Αθήνας, Βηρυτού, Μπαχρέιν και Βομβάης. Να όμως που επί 25 μέρες την έβγαλα με ένα ΜΟΝΟ τσίμπημα κουνουπιού, κι αυτό (για τον Θεό!!!) μέσα σε κλιματιζόμενη αίθουσα κινηματογράφου. Να όμως που επί 25 μέρες δεν έτρεξα ούτε μία φορά στην τουαλέτα, παρά το ότι… «γευμάτισα πολλές φορές σε μαγειρεία αμφίβολης υγιεινής» (ο σωστός –μπασκλασικός- τρόπος να το θέσω, είναι «ξεσκίστηκα στη μάσα, τρώγοντας μέχρι σσσκασμού δύο φορές τη μέρα σε μέρη που σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα οι ιδιοκτήτες τους θα ήταν μπουντρουμιασμένοι σε κελί φυλάκας για ούτε καν υποτυπώδη τήρηση κανόνων υγιεινής»). Να που τίποτα δε μου συνέβη… Στη Βραζιλία; Εκεί, τι; Θα είμαι από τους ‘τυχερούς’ που το λεωφορείο τους θα δεχθεί επίθεση από ένοπλους πιτσιρικάδες στον δρόμο από το αεροδρόμιο του Ρίο προς το κέντρο (έχουν πάρει πρέφα ότι υπάρχουν τουρίστες στα λεωφορεία της συγκεκριμένης γραμμής και ‘χτυπούν’ συχνά-πυκνά), ή θα τη βγάλω μέλι-γάλα τρεις εβδομάδες, χωρίς να ανοίξει μύτη;
Κατά βάθος πάντως πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά, γι’ αυτό και με βλέπω να την τσιμπάω τελικά τη μηχανή. Καλού-κακού, κάθε μέρα θα σώζω τις φωτογραφίες είτε σε CD είτε σε φλασάκι, οπότε ακόμη και να γίνει το ‘κακό’, θα χαθούν οι φωτογραφίες μία μόνο, βαριά-βαριά, μέρας. Όσο για τη μηχανή αυτή-καθεαυτή, στα κομμάτια να πάει (συγγνώμη καλή μου, αλλά στο πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, το μαχαίρι –πόσο μάλλον το πιστόλι- νικάει τη φωτογραφική μηχανή)…

Friday, 4 May 2007

Βομβάη, 23/12/06


Φαντάζεται κανείς τον Κολοκοτρώνη ahimsaιστή;!

Χθες και προχθές διάβασα την αυτοβιογραφία του Γκάντι (http://www.penguinbooksindia.com/books/BookDetail.asp?ID=6371), ένα από τα αρκετά βιβλία που αγόρασα τον Δεκέμβριο στην Ινδία. Ο ίδιος την αποκαλούσε ‘ιστορία των πειραματισμών του με την αλήθεια’. Μικρό και εύκολο στο διάβασμα βιβλίο, μου πήρε μόνο δύο μεταμεσονύκτια τρίωρα για να το τελειώσω. Σε αυτό ο Μαχάτμα παραθέτει γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του, και φυσικά αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις στις οποίες εξάσκησε την ahimsa ‘του’, τη φιλοσοφία του περί μη βίαιης αντίστασης. Η ahimsa σαν ιδέα ήταν εκείνη που με έκανε από πιτσιρικά να αντιμετωπίζω σχεδόν με δέος τη φιγούρα του Γκάντι. Τόσο διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους ‘απελευθερωτές’ της παγκόσμιας ιστορίας… Σπαθί του ήταν η γλώσσα του και τουφέκι του η άρνησή του να τραφεί, ‘όπλο’ που χρησιμοποίησε δύο τουλάχιστον φορές στη ζωή του. Χωρίς να είμαι μέγας γνώστης της παγκόσμιας ιστορίας, έχω την εντύπωση ότι ο Γκάντι είναι ό,τι κοντινότερο υπάρχει στον Ιησού Χριστό, στην κατηγορία ‘ηγέτης’. Πιστεύω μάλιστα ότι στα ελληνικά σχολεία θα έπρεπε να διδάσκεται ο τρόπος ζωής του, κι όχι στα πεταχτά, αλλά σοβαρά και αναλυτικά, γιατί θεωρώ ότι είναι τα ‘μικρά’ και φαινομενικά ‘δευτεροκλασάτα’ πράγματα που πέτυχε (ή τουλάχιστον τόλμησε) που τον κάνουν πολύ ‘μεγάλο’…
Το γεγονός όμως ότι με γεμίζει δέος ο τρόπος ζωής του, δε σημαίνει ότι δεν έχω τις ενστάσεις μου… Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είχε απελευθερωθεί η Ελλάδα από τους Τούρκους αν ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι είχαν υιοθετήσει μία ελληνική εκδοχή της ahimsa. Ακόμη και η ίδια η Ινδία, θα είχε ξεφορτωθεί τους Άγγλους αν δεν τους είχε ‘πετύχει’ γονατισμένους μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Δεν ξέρω... Αυτό για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι αυτός ο πλανήτης θα ήταν παράδεισος αν τον κατοικούσαν έξι δισεκατομμύρια Γκάντιδες, ή έξι δισεκατομμύρια Μητέρες Τερέζες (της οποίας παρεμπιπτόντως βρήκα ένα πολύ γλυκό άγαλμα στο Kochi, μία πόλη της Νότιας Ινδίας).

Κάτι ακόμη… Αν κάποιος τύχει να διαβάσει την αυτοβιογραφία του Μαχάτμα, θα προσέξει πόση σημασία απέδιδε στην καθαριότητα, στην τήρηση των βασικών, τουλάχιστον, κανόνων υγιεινής… Διαβάζοντας το βιβλίο χθες το βράδυ θυμήθηκα μία φωτογραφία που έβγαλα κάπου στη Βομβάη. “Cleanliness is next to Godliness”, ένα από τα μότο του Γκάντι, σε ταμπέλα, με τη φωτογραφία του Μαχάτμα, στην είσοδο μίας υπόγειας διάβασης. Δυστυχώς τα λόγια του δεν αγγίζουν ιδιαίτερα την πλειοψηφία των Ινδών. Κι οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι τα πράγματα από πλευράς υγιεινής και καθαριότητας είναι τρα-γι-κά στην χώρα τους, θα τα άλλαζαν άρδην αν είχαν ένα μαγικό ραβδί, αλλά… άντε βρες και δώσ’ τους το…

Tuesday, 1 May 2007

Acéfalo(!!!)

Στη δημοσιογραφία είναι –τουλάχιστον- άστοχο να αφιερώνεις σε ένα κείμενο πεντακοσίων λέξεων πενήντα λέξεις στο θέμα που αντιστοιχεί στον τίτλο, με τις υπόλοιπες 450 να είναι άσχετες με αυτό, όμως μια κι εδώ δεν πρόκειται για κείμενο που θα δημοσιευθεί στην εφημερίδα μου, θα κάνω μια εξαίρεση. Χθες μόλις, έγραφα για το πόσο λατρεύω την ελληνική γλώσσα (άσχετα αν την έθαψα, συγκρίνοντάς την με τα Πορτογαλικά στον τομέα ‘προφορά’). Πριν από λίγο διάβαζα τα τελευταία νέα από Βραζιλία στην ιστοσελίδα της O Globo (όσο φυσικά μου επιτρέπουν τα ουσιαστικά ανύπαρκτα Πορτογαλικά μου και τα απλά φτωχά Ισπανικά μου), κι έμεινα έκπληκτος βλέποντας πώς είναι η λέξη ‘ακέφαλος’ στα Πορτογαλικά. Acéfalo, κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι. Acéfalo… Ασέφαλο. Ποιος να το ‘λεγε…
Περνώντας στο βασικό θέμα (μου) της ημέρας, ‘λέω’ ότι ένα από τα μεγαλύτερα καλά του να έχεις γνωστούς στο εξωτερικό και φυσικά του να ταξιδεύεις, είναι ότι (εφόσον σε ενδιαφέρει) έρχεσαι εύκολα σε επαφή με πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Μοναχικός (διαβάζεται και ‘ελαφρώς αντικοινωνικός’) από τη φύση μου, πάντα έβρισκα καλή παρέα στη μουσική. Οι γονείς μου πέρασαν στην Ιταλία τα τελευταία χρόνια τους πριν γεννηθώ κι επιστρέψουν οριστικά στην Ελλάδα, μεγάλωσα ακούγοντας ιταλική μουσική της δεκαετίας του ‘60 και του ’70, την ερωτεύτηκα, και νομίζω ότι κάπως έτσι άρχισα να ενδιαφέρομαι για το τι έχουν μα μας πουν περί μουσικής άλλες χώρες πλην της Ελλάδας, της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ. Με τα ’παλιά’ ιταλικά τραγούδια έγινε η αρχή. Τη σκυτάλη πήραν νεότεροι Ιταλοί καλλιτέχνες, ισπανόφωνοι/ες/α τραγουδιστές/ίστριες/συγκροτήματα, μέχρι που άρχισα να ταξιδεύω για τα καλά, και ταυτόχρονα να γνωρίζω κόσμο από το εξωτερικό μέσω ίντερνετ. Πορτογαλικά άκουσα για πρώτη φορά παραμονές του πρώτου ταξιδιού μου στην Πορτογαλία, πριν από αρκετά χρόνια. Αγόρασα ένα CD με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Amália Rodrigues. Fado… Έχουν περάσει χρόνια από τότε, έχω ακούσει κι έχω ακούσει γυναικείες φωνές, όμως ακόμη και τώρα η φωνή της Rodrigues με κάνει να ανατριχιάζω, είναι από εκείνες που με τη δύναμη, την καθαρότητα και το πάθος τους σε μαγνητίζουν, σε κάνουν να… παρακολουθείς το πώς κυλάει ένα τραγούδι ακόμη και αν οι στίχοι σού είναι (σχεδόν) τελείως ακαταλαβίστικοι… Στην Πορτογαλία πέρασα αρκετό χρόνο με ένα παντρεμένο ζευγάρι, με τους οποίους γίναμε φίλοι και είμαστε ακόμη σε επαφή. Κάποια στιγμή φυσικά τους ‘τράβηξα’ σε ένα μαγαζί με CD. Η κοπέλα ήταν ξετρελαμένη με τη βραζιλιάνικη μουσική. Έφυγα από το μαγαζί με ένα CD της Fafá de Belém κι ένα της Daniela Mercury. Με την δεύτερη ήταν… έρωτας στο πρώτο άκουσμα. Στην Bahia (πολιτεία στη βορειοανατολική Βραζιλία), είναι κολλημένοι με (μεταξύ άλλων) ένα είδος μουσικής που λέγεται ‘axé’, κι η Mercury είναι μία από τις… τραγουδίστριες-σημαίες (εκ του παίκτης-σημαία μιας ομάδας), του συγκεκριμένου είδους μουσικής. Πρόσφατα, μία Αμερικάνα μού πρότεινε να ακούσω Margareth Menezes. Ai meu Deus!, που θα έλεγε κι ένας Βραζιλιάνος… Φω-νά-ρα… Στο
www.margarethmenezes.com.br μπορείτε να ακούστε ολόκληρο το τελευταίο live CD της. Α π ο λ α υ σ τ ι κ ό. Τίποτα άλλο δε λέω… Καταλήγω: οι δυο τους δίνουν συναυλία σήμερα στην Copacabana, ‘ευγενική χορηγία’ της βραζιλιάνικης TIM στους καριόκας, τους κατοίκους του Ρίο (τους οποίους ΕΙΔΙΚΑ σήμερα ζηλεύω τρελά, γιατί μπορούν κούτρα να χαρούν τη συναυλία). Το κλιπάκι που εδώ και ώρα προσπαθώ να ανεβάσω από το YouTube, είναι φετινό και μπορείτε σε αυτό να πάρτε μία πρώτη μικρή γεύση από Mercury (η λευκή) και Menezes (η μαύρη). Α! Με την ευκαιρία, προσέξτε πώς προφέρει η Mercury το όνομα της Menezes στην αρχή, όταν την υποδέχεται στη σκηνή… ΜαργκαρέΤΣι ΜενέζιΣ… Κάτι έγραψα χθες για το πόσο ‘ζωντανά’ και σέξι ακούγονται τα Πορτογαλικά…
(Τζίφος. Δεν μπορώ να ανεβάσω το κλιπάκι. Επειδή όμως το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι, ιδού: http://www.youtube.com/watch?v=8jhClIsfVC0).