Sunday, 6 May 2007
Μέρα με τη νύχτα
Μόλις χθες έγραφα πόσο ζόρικα είναι τα πράγματα στη Βραζιλία από πλευράς ασφάλειας… Το απόγευμα έπεσε στα χέρια μου το ένθετο του Αγγελιοφόρου για τα ταξίδια (της περασμένης Κυριακής) κι εκεί ‘γνώρισα’ έναν συνονόματό μου (Δημήτρη), ο οποίος εδώ και μήνες κάνει τον γύρο του κόσμου έχοντας πουλήσει ό,τι μπορούσε να πουλήσει, προκειμένου να βρει χρήματα για να κάνει αυτό το όνειρό του πραγματικότητα (ρίξτε μια ματιά στο www.godimitris.gr και θα δείτε περί τίνος πρόκειται). Αυτόν τον καιρό είναι στην Κούβα, σύντομα θα βρίσκεται στο Μεξικό και βλέποντας ότι ήδη έχει περάσει από τη Βραζιλία, διάβασα τα κείμενα που έγραψε τις –αρκετές- ημέρες που πέρασε στο Ρίο ντε Ζανέιρο πέρσι τον Αύγουστο. Την πρώτη μέρα που πήγε στην Copacabana επικρατούσε αναστάτωση, υπήρχε αστυνομία, και του είπαν ότι είχαν μαχαιρώσει έναν 19χρονο Πορτογάλο τουρίστα επειδή είχε αρνηθεί να δώσει το σακίδιό του σε εκείνον/εκείνους που τον απείλησε/απείλησαν με μαχαίρι. Σε άλλο κείμενό του έγραψε ότι καθημερινά στο hostel που έμενε, κάποιος/κάποια επέστρεφε από βόλτα στην πόλη χωρίς πορτοφόλι/φωτογραφική μηχανή/σακίδιο πλάτης… Διαβάζοντας τέτοιες ιστορίες, ώρες-ώρες, ασυναίσθητα ‘επιστρέφω’ στην Ινδία και θυμάμαι πόσο ασφαλής αισθανόμουν, είτε κυκλοφορούσα βράδυ με σακίδιο στην πλάτη σε σκοτεινούς δρόμους της Βομβάης, είτε περπατούσα ξυπόλυτος στην άμμο παραλίων της Γκόα, καλύπτοντας αποστάσεις μεταξύ παραλιακών χωριών στις οποίες δεν υπήρχαν τουρίστες, παρά μόνο μικροπαρέες ντόπιων (και οι δύο τουριστικοί οδηγοί που έχω για τη Βραζιλία, υποστηρίζουν ότι εμπεριέχει ρίσκο το να περπατάει κανείς στην αμμουδιά μεταξύ δύο παραλιακών χωριών, οπουδήποτε σχεδόν στη χώρα, επειδή υπάρχουν καλές πιθανότητες να στην πέσουν ξαφνικά τύποι με μαχαίρια). Στη Βομβάη έφθασα λίγο πριν τις έξι το πρωί, με βραδινό τρένο από την Γκόα. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη, ήταν σκοτεινά, ήξερα ότι η περιοχή όπου ήθελα να μείνω ήταν περίπου δύο χιλιόμετρα προς τα νότια, οπότε, πολύ απλά, με τη βοήθεια ενός μπρελόκ-πυξίδας που είχα αγοράσει το 2004 στη Μελβούρνη (λιώνω και μόνο που γράφω το όνομα της πιο αγαπημένης μου πόλης στον κόσμο… Πονεμένη ιστορία), τράβηξα νότια. Το κέντρο της Βομβάης είναι ουσιαστικά μία χερσόνησος, η οποία όλο και στενεύει όσο πηγαίνεις νότια, επομένως ήταν πρακτικά αδύνατο να χαθώ. Βγαίνοντας από το –εντυπωσιακό- κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού και ‘πιάνοντας’ τον μεγαλύτερο-φαρδύτερο δρόμο προς τα νότια, τα μάτια μου έπεσαν σε κάτι σκοτεινές φιγούρες που… συγγνώμη που το ‘λέω’, μου θύμισαν σκηνές στην τηλεόραση με πτώματα αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, μέσα σε μαύρες σακούλες. Ήταν άνθρωποι άστεγοι, καλυμμένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια με μία-δύο κουβέρτες… Χωρίς να είμαι κι ο μεγαλύτερος ανθρωπιστής του κόσμου, ειλικρινά θλίβομαι και μόνο που φέρνω τη σκηνή ξανά στο μυαλό μου… Περπατούσα δίπλα τους, φροντίζοντας να κατευθύνομαι πάντα προς τον νότο, κι όσο περπατούσα το σκηνικό παρέμενε ίδιο. ‘Παρατεταγμένοι’ οι άνθρωποι ο ένας δίπλα στο άλλο. Ήταν η ώρα που άρχισαν να ξυπνούν. Ομολογώ ότι σε μια στιγμή σκέφτηκα ότι δεν ήταν πολύ σοφό εκ μέρους μου να περπατάω εκεί, με ένα σακίδιο στην πλάτη, όμως… όμως δεν αισθανόμουν ότι διέτρεχα πραγματικά κάποιον κίνδυνο, παρά το σκοτάδι, παρά το ότι περπατούσα ανάμεσα σε αμέτρητους προφανώς απελπισμένους ανθρώπους. Ούτε σούπερ θαρραλέος είμαι, ούτε κάποια τεχνική αυτοάμυνας κατέχω, ούτε σουγιά στην κωλότσεπη κουβαλούσα. Απλά… δεν αισθανόμουν ότι ακόμη και κάτω από ΕΚΕΙΝΕΣ τις συνθήκες, διέτρεχα κίνδυνο. Επί 25 μέρες στην Ινδία δεν αισθάνθηκα κανέναν να κινείται ‘ύποπτα’ προς το μέρος μου, δε μου δόθηκε καμία αφορμή να αισθανθώ ότι έπρεπε να προσέχω περισσότερο απ’ όσο ούτως ή άλλως πάντα προσέχω, δεν αισθάνθηκα ότι έπρεπε το συντομότερο δυνατό να φύγω από εκεί που ήμουν και να πάω σε πιο ασφαλές μέρος (εεεεε, με εξαίρεση ένα μεσημέρι στην πρωτεύουσα της πολιτείας της Γκόα, όπου ξαφνικά, όπως έκανα βόλτα, βρέθηκα με ένα μάτσο αδέσποτα σκυλιά τριγύρω μου, να γαβγίζουν και να γρυλίζουν κάθε άλλο παρά… χαριτωμένα). Αν κάποιος που διαβάζει αυτές τις γραμμές έχει πάει στο Ρίο ντε Ζανέιρο, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να περπατάει από τον σταθμό των λεωφορείων της πόλης προς… την παραλία Φλαμένγκο για παράδειγμα, επί είκοσι λεπτά, μέσα στο μαύρο σκοτάδι, στις έξι το πρωί;… Από την άλλη, τις προάλλες διάβαζα το blog ενός Αμερικάνου που ζει στο Ρίο εδώ και μήνες, και το χειρότερο που του έχει συμβεί είναι να του κλέψουν τις παντόφλες στην Copacabana, ενώ εκείνος είχε βουτήξει στη θάλασσα. Η Amita είναι που αυτοδιαφημίζεται ως ‘χορηγός θετικός ενέργειας’; Σε αυτόν τον Αμερικάνο εγώ βρήκα τον δικό μου ‘χορηγό θετικής σκέψης’. Δεν ξέρω αν εκείνος είναι θιασώτης του positive thinking, αλλά με αυτό που διάβασα στο blog του σίγουρα τονώθηκε η δική μου θετική σκέψη…
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment