Όπως χθες, έτσι και σήμερα, πέρασα αρκετή ώρα διαβάζοντας (για την ακρίβεια… ‘ξεκοκαλίζοντας’) κείμενα του Δημήτρη Παρούση, του συνονόματού μου, στο ταξίδι (και στην ιστοσελίδα, www.godimitris.gr) του οποίου, αναφέρθηκα χθες. Σε κάθε ευκαιρία που του δίνεται, όπου κι αν βρίσκεται, συναντάει Έλληνες. Διαβάζοντας το πιο πρόσφατο κείμενό του από την Κούβα, συγκινήθηκα, όπως συγκινούμαι πάντα όταν ακούω/διαβάζω ιστορίες με απόδημους συμπατριώτες μας. Σαν άνθρωπος που από έφηβος είχα σαν μεγαλύτερο όνειρο της ζωής μου να φύγω από την Ελλάδα για μερικά –τουλάχιστον- χρόνια, να ζήσω στο εξωτερικό, να δω πώς είναι να ζει κανείς σε ξένη χώρα, ομολογώ ότι ποτέ δεν αισθάνθηκα να… ταυτίζομαι με Έλληνες μετανάστες οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια έλεγαν μπροστά σε κάμερα ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού πόσο τους λείπει η Ελλάδα. Από την άλλη όμως, πάντα με συγκινούσε αυτή η… αγνή αγάπη για την Ελλάδα που έχουν οι δικοί μας άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό, ειδικά εκείνοι που ζουν πολύ μακριά και το να ταξιδέψουν στην Ελλάδα δεν είναι παιχνιδάκι… Το 2004 ταξίδεψα δύο φορές στην Αυστραλία. Την πρώτη φορά μοίρασα τον χρόνο μου μεταξύ (κυρίως) Μελβούρνης και Σίδνεϊ. Τη δεύτερη φορά έμεινα σχεδόν αποκλειστικά στη Μελβούρνη, για ενάμιση μήνα, με εξαίρεση ένα διήμερο στην Αδελαΐδα. Στη Μελβούρνη συνάντησα αμέτρητους Έλληνες, κάτι απόλυτα φυσιολογικό, μια και λόγω παρουσίας ελληνικού στοιχείου δίκαια αποκαλείται ‘τρίτη μεγαλύτερη ελληνική πόλη, μετά από Αθήνα και Θεσσαλονίκη’. Στο Σίδνεϊ επίσης συνάντησα Έλληνες, όμως την πλέον αξέχαστη εμπειρία από συνάντηση με ελληνικό στοιχείο στην Αυστραλία την είχα στην Αδελαΐδα. Έχοντας πάρει το λεωφορείο αργά το βράδυ από Μελβούρνη, έφθασα στην Αδελαΐδα νωρίς το πρωί, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Μετά από ένα μακρύ βραδινό ταξίδι, βρισκόμενος τόσο μακριά από την Ελλάδα, και φθάνοντας στην Αδελαΐδα μία ώρα που ελάχιστοι είχαν ήδη ξυπνήσει, το τελευταίο που περίμενα ήταν να ακούσω Ελληνικά. Κι όμως… Στην πιάτσα των ταξί μπροστά στον σταθμό των λεωφορείων, οι δύο όλοι κι όλοι ταξιτζήδες που υπήρχαν και περίμεναν πελάτες, ήταν Έλληνες, κι η παρουσία τους εκεί μου έδωσε… μυρουδιά τού τι θα ακολουθούσε την άλλη μέρα, όταν πήγα βόλτα με το τραμ μέχρι το Glenelg, ένα παραθαλάσσιο προάστιο της Αδελαΐδας. Δίπλα ακριβώς στο τέλος της γραμμής του τραμ, δεν μπορούσα να μην προσέξω το ‘MAKIS for YIROS’. Θυμάμαι ότι άρχισα να χασκογελάω. Μου φάνηκε τρελό που… στην άκρη του πουθενά, όχι απλά υπήρχε κάποιος Έλληνας που είχε γυράδικο, αλλά επιπλέον τον έλεγαν Μάκη, όπως τον τύπο που είναι ιδιοκτήτης του γυράδικου δίπλα στο σπίτι των δικών μου, στην Άνω Τούμπα (Θεσσαλονίκη), μαγαζί στο οποίο άφησα… μια περιουσία, πριν κόψω τους γύρους πριν από τρία χρόνια. Πήγα να πω ένα γεια και με το που άκουσε ο μουστακαλής Ελληνάρας ιδιοκτήτης του μαγαζιού ότι ήμουν Έλληνας ΚΑΙ Θεσσαλονικιός, άνοιξε η ψυχή του! Πριν προλάβω να πω «όχι, ευχαριστώ, δεν είναι ανάγκη», ήδη μου είχε γεμίσει τη μία παλάμη με μία σαντουιτσάρα, φίσκα στο γύρο-κοτόπουλο. Πιάσαμε την κουβέντα. Ο άνθρωπος είναι (χρησιμοποιώ ενεστώτα γιατί εύχομαι να είναι καλά εκεί που είναι) Θεσσαλονικιός, και μάλιστα ΚΑΙ Τουμπιώτης, δηλαδή από την ίδια περιοχή της Θεσσαλονίκης που είμαι κι εγώ. Με κοιτούσε και αισθανόμουν… διάσημος, γιατί στο βλέμμα του είχε τον ενθουσιασμό που είχα εγώ όταν το 1988, στα 13 μου, πήγα στην Τούμπα για το παιχνίδι του ΠΑΟΚ με τη Νάπολι και είδα ‘ζωντανό’ τον Μαραντόνα. Μιλούσαμε, και κάθε λίγο και λιγάκι έλεγε «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω», τονίζοντας το «πολύ» κάθε φορά και περισσότερο. Δεν πέρασε πολλή ώρα και σταμάτησε μπροστά στο μαγαζί ένα ταξί. Έλληνας ο οδηγός, φίλος του Μάκη, Θεσσαλονικιός ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ, με πολλούς γνωστούς στην Τούμπα. Δώσ’ του πάλι από την αρχή να απαντάω σε ερωτήσεις για την Ελλάδα, για τη Θεσσαλονίκη, για το πώς είναι τα πράγματα εδώ, για το ένα, για το άλλο… Και νέα «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω», αυτήν τη φορά πρίμο-σεκόντο, από δύο διαφορετικά στόματα…
Εκείνο το πρωινό το χάρηκα, μου έμεινε αξέχαστο, και το θυμάμαι κάθε φορά που διαβάζω/ακούω απίθανες ιστορίες για το πού μπορεί κανείς να συναντήσει Έλληνα, Έλληνα φιλόξενο, ανοιχτή καρδιά, Έλληνα περήφανο, αλλά πολλές φορές και πικραμένο…
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment